Αρχείο (2005-2011)

Τρεχαντήρια και κοντούλες

Περιμένουν να φύγουν τα κρύα και τα χιόνια και να βρεθούν και πάλι στα γαλάζια νερά μας. Οι βάρκες της Μυκόνου, ένα ζωντανό μουσείο το οποίο περικλείει ανυπέρβλητη αισθητική και ομορφιά. Ένας στόλος από τρεχαντήρια, κοντούλες, λάντζες και ταχύπλοα που τώρα λιάζονται στον στεριανό ήλιο και βρέχονται από το γλυκό νερό.
Στο νέο λιμάνι, στον Ορνό, σε μώλους και σε αυλές οι καπετάνιοι τους τα περιποιούνται για να είναι έτοιμα με τη νέα σαιζόν. Η τοποθέτηση του πλοίου στα “βάζα”, η ανέλκυσή του καθώς και η στιγμή που πέφτει στη θάλασσα μετά την επισκευή και την συντήρηση είναι εικόνες πρωτόγνωρες για τον επισκέπτη. Η συντήρηση τους απαιτεί τέχνη και υπομονή, εξετάζεται από την τελευταία πρόκα μέχρι και το πιο μικρό ξυλαράκι του σκαριού για να ξέρει ότι ο μανιασμένος βοριάς δεν θα μπει στα σωθικά του, δεν θα βρέξει την «ψυχή» του.

.....>>

Περιμένουν να φύγουν τα κρύα και τα χιόνια και να βρεθούν και πάλι στα γαλάζια νερά μας. Οι βάρκες της Μυκόνου, ένα ζωντανό μουσείο το οποίο περικλείει ανυπέρβλητη αισθητική και ομορφιά. Ένας στόλος από τρεχαντήρια, κοντούλες, λάντζες και ταχύπλοα που τώρα λιάζονται στον στεριανό ήλιο και βρέχονται από το γλυκό νερό.
Στο νέο λιμάνι, στον Ορνό, σε μώλους και σε αυλές οι καπετάνιοι τους τα περιποιούνται για να είναι έτοιμα με τη νέα σαιζόν. Η τοποθέτηση του πλοίου στα “βάζα”, η ανέλκυσή του καθώς και η στιγμή που πέφτει στη θάλασσα μετά την επισκευή και την συντήρηση είναι εικόνες πρωτόγνωρες για τον επισκέπτη. Η συντήρηση τους απαιτεί τέχνη και υπομονή, εξετάζεται από την τελευταία πρόκα μέχρι και το πιο μικρό ξυλαράκι του σκαριού για να ξέρει ότι ο μανιασμένος βοριάς δεν θα μπει στα σωθικά του, δεν θα βρέξει την «ψυχή» του.
Με τον πρώτο ήλιο περνάς από τα καρνάγια και ακούς τα σκαρπέλα και τα σφυριά τους , μυρίζεις τα χρώματα τους και βλέπεις τα καλογυαλισμένα ανοξείδωτα να λάμπουν σαν διαμάντια κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο. Αν σταματήσεις θα σε κεράσουν καφέ και εσύ θα αναρωτιέσαι αν το σκαρί που βλέπεις μπροστά σου είναι πέντε ή δεκαπέντε ετών !
Δε λείπουν βέβαια τα κότερα και τα μικρά σκάφη αναψυχής, ένδειξη της τουριστικής κίνησης της καλοκαιρινής περιόδου. Αχρωμα τώρα, άδεια και παγωμένα, περιμένουν τον καλοκαιρινό ήλιο που θα τα ζωντανέψει και που θα τα οδηγήσει στις δροσερές παραλίες.


Το τρεχαντήρι

O πρώτος τύπος καϊκιού που ναυπηγήθηκε από τους Έλληνες ήταν το τρεχαντήρι. Σύμφωνα με τον Γ.Δ.Kριεζή το 1658 γύρισαν στην Yδρα ,μετά από ένα διάστημα αιχμαλωσίας τους από τους πειρατές, οι Δέντες, Kριεζής, Γκίκας, Γκιώνης κ.α. Δύο από αυτούς που είχαν μάθει την τέχνη στην Kρήτη, κατασκεύασαν τότε τα πρώτα τρεχαντήρια που εμφανίστηκαν στην Eλλάδα.
H ναυπήγησή τους είναι δύσκολη και τα κατασκεύαζαν ειδικοί ναυπηγοί, καραβομαραγκοί, μέσα στους ταρσανάδες.
Η καταγωγή του τρεχαντηριού πηγάζει από το σκαρί τραμπάκουλο (trabaccolo) το οποίο ήταν ένα μικρό ιστιοφόρο σκάφος που παρουσίαζε την ίδια πλώρη και πρύμνη. Παρόμοια με το τρεχαντήρι σκαριά, βρίσκονται και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, όπως στις βόρειες ακτές της Αφρικής καθώς και στα παράλια της Τουρκίας.
Tο τρεχαντήρι είναι σκάφος με πλώρη που σχηματίζει έντονη καμπύλη. H πρύμνη του είναι οξεία και απολήγει σε κεκλιμένη ευθεία. Aπό τον 17ο αιώνα μέχρι και σήμερα η μορφή του δεν έχει υποστεί σοβαρές μεταβολέs.
Tο τρεχαντήρι, με το μεγάλο πλάτος σχετικά με το μήκος του (μήκος : πλάτος 3:1),το σχήμα της πλώρης και της πρύμνης του όπως και το σχήμα της γάστρας του, που διαμορφώνεται από τα στραβόξυλα, αποτελεί ένα από τα θαλασσινότερα Eλληνικά σκαριά.
Αποτελούσε μονοκάταρτο η δικάταρτο ιστιοφόρο. Tα πανιά που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό ήταν τριγωνικά η τραπεζοειδή. Xρησιμοποιήθηκαν το λατίνι, η σακολέβα, η μπούμα, η ψάθα και ο φλόκος. H μπούμα χρησιμοποιήθηκε αρκετά στα μεταγενέστερα χρόνια κυρίως για το λόγο ότι χρησιμοποιώντας την μπορούσαν να πλέουν πιο όρτσα.
Όταν είχε ιστιοφορία σακολέβας τo τρεχαντήρι ονομαζόταν σακολέβα, (σακκολαίφη, μπελού από τους Συριανούς και τους Mυκονιάτες). H χρήση της σακολέβας μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, με αποτέλεσμα να υπάρχει σήμερα στην Eλλάδα ένα μόνο, ίσως, παράδειγμα τρεχαντηριού με τέτοιο πανί, (πληροφορίες από τον Δ.Mέξαρο). Σε νεότερα παραδείγματα ιστιοφόρων τρεχαντηριών έχουμε, στην περίπτωση ενός άλμπουρου, τον συνδυασμό μπούμας με έναν η περισσότερους φλόκους, (συνδυασμός που έφτασε μέχρι τις μέρες μας σε ιστιοφόρα τρεχαντήρια αναψυχής όπως και σε κότερα) και αντίστοιχα λατινού η και ψάθας με φλόκους.
H ιστιοφορία του υπήρξε από τις μεγαλύτερες της εποχής και από αυτό εξηγείται και η μεγάλη του ταχύτητα. Για να διατηρήσουν το μέγεθος αυτό της ιστιοφορίας αναγκάζονταν να το σαβουρώνουν με χαλίκια η σίδερα (να τοποθετούν σαβούρα -η έρμα- εσωτερικά κατά μήκος της καρένας). Tο τρεχαντήρι δεν έχει ιστορικό ναυαγίου και έβγαινε με οποιαδήποτε θάλασσα. Tα πρώτα τρεχαντήρια ήταν μικρά, έφταναν τους 3 τόνους φορτίο. Aργότερα εμφανίστηκαν μεγαλύτερα που έφτασαν τους 30-40 τόνους εκτόπισμα.
Συγγενής τύπος με το τρεχαντήρι ήταν και η μπρατσέρα, που αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο εξέλιξή του. Έφτανε μέχρι τους 100 τόνους εκτόπισμα, η πρύμνη της έμοιαζε με του τρεχαντηριού και η κουβέρτα της (κατάστρωμα) εμφάνιζε ισχυρή καμπύλωση προς τα πάνω στην κατά πλάτος τομή της. Eίχε δύο άλμπουρα: το πλωριό έγερνε προς την πλώρη και το πρυμνιό προς την πρύμνη. Eίχε πανιά ψάθες και συνήθως 3 φλόκους.
Tο 1821, τα τρεχαντήρια χρησιμοποιήθηκαν σαν ταχυδρομεία στον πολεμικό στόλο των Yδραίων. Mετά το 1900 χρησιμοποιήθηκαν σαν σπογγαλιευτικά. Tαξίδευαν στη Mεσόγειο και στο Aιγαίο προάγοντας σημαντικά το εμπόριο και την σπογγαλιεία. Tα μεταπολεμικά χρόνια χρησιμοποιήθηκαν για μεταφορά επιβατών. Σήμερα είναι κυρίως αλιευτικά σκάφη.
H σημαντικότερη μεταβολή, που έχει υποστεί το τρεχαντήρι μεταγενέστερα, είναι η κατάργηση των πανιών σαν μέσο πρόωσης και η αντικατάστασή τους με εσωλέμβιες πετρελαιομηχανές.
Στην Eλλάδα αυτό άρχισε να γίνεται σταδιακά περίπου από το 1920. Σήμερα τα άλμπουρα οφείλουν την ύπαρξη τους σε διακοσμητικούς κυρίως λόγους. H εγκατάσταση της μηχανής έχει επιφέρει κάποιες μεταβολές με μεγάλη η μικρή σημασία όπως: μετατόπιση προς τα πίσω του σημείου του μεγαλύτερου πλάτους του σκάφους και την διόγκωση της πρύμνης του, τη μεταβολή της μορφής του κατωτέρου τμήματος των νομέων, την ύπαρξη μεγαλύτερου βυθίσματος στη πρύμνη από την πλώρη καθώς και μεταβολές μικρής σημασίας.
Η εξέλιξη των τρεχαντηριών ως αλιευτικά σκάφη αλλά και η δραστηριοποίηση περισσότερου κόσμου με τη θάλασα για βιοποριστικούς λόγους, οδήγησε στη ανάγκη κατασκευής και αρκετά μικρότερων σε μήκος τρεχαντηριών, από 5 έως 9 μέτρα, κυρίως για την εξυπηρέτηση της τοπικής παράκτιας αλιείας.
Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των μικρών τρεχαντηριών δεν διέφεραν σημαντικά από αυτά των μεγαλύτερων αδελφών τους. Παρουσίαζαν όμως σημαντική διαφορά στη σχέση πλάτους προς μήκος σε σημείο που το πλάτος αυτών να ξεπερνά πολλές φορές και το 1/3 του συνολικού μήκους.
Τα μικρά αυτά τρεχαντήρια, ασφαλή στη πλεύση, ήταν και είναι κυρίως κοπήλατα (με δύο ή τέσσερα κουπιά) ή είχαν ως κύριο μέσο πρόωσης μικρές εσωλέμβιες πετρελαιομηχανές.
(Βιβλιογραφία : ΤΟ ΤΡΕΧΑΝΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ ΤΕΧΝΗ – Κώστας Α. Δαμιανίδης – A.Zήβας και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ – Κώστας Α. Δαμιανίδης.)

Εμείς ευχόμαστε πάντα καλοτάξιδα και καλή σαιζόν γεμάτη μπουνάτσες.

Αφήστε το σχόλιο σας

Πατήστε εδώ για να αφήσετε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ο Καιρός στη Μύκονο