ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Μύκονος το 1700

Η Μύκονος στις αρχές του 18ου αιώνα μέσα από τα μάτια ενός Γάλλου βοτανολόγου που άφησε την Διεύθυνση του φημισμένου βοτανικού κήπου Jardin des Plantes στο Παρίσι και με δυο φίλους του, τον Γερμανό γιατρό Andreas Gundelsheimer και τον καλλιτέχνη Claude Aubriet που ανέλαβαν ένα μεγάλο ταξίδι που έμελλε να κρατήσει δύο χρόνια. Ξεκινούν στις 23 Απριλίου 1700 από τη Μασσαλία και περιηγούνται το Αιγαίο, την Κωνσταντινούπολη, τη Μαύρη θάλασσα, μέχρι και τα όρια της Περσίας. 

Ο σκοπός της δικής τους περιήγησης εντάσσεται σε μία άλλη ταξιδιωτική παράδοση, που θα ανθίσει στην Ευρώπη του Διαφωτισμού, αυτήν της επιστημονικής περιέργειας και της ανακάλυψης. Από τους τόπους που περνούν, ο Τουρνεφόρ καταγράφει τις εντυπώσεις του και όσες άλλες πληροφορίες θεωρεί χρήσιμες, με τη μορφή επιστολών προς τον εμπνευστή και προστάτη της αποστολής, τον κόμη de Pontchartrain, υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας.

Σταθμοί της περιήγησης τους τα νησιά του Αιγαίου, από τα οποία συλλέγουν και επιστημονικό υλικό, ενώ πρόσκαιρα αγκυροβόλια τους είναι δεκάδες προφυλαγμένοι από τους ανέμους κόλποι. Στις 22 Οκτωβρίου του 1700 δυνατοί άνεμοι τους αναγκάζουν να αναζητήσουν καταφύγιο στη Μύκονο. Εκεί, θα φιλοξενηθούν στο σπίτι του Γιαννάκη Γύζη, Γάλλου πρόξενου, Καθολικού στο θρήσκευμα, και γόνου μίας από τις πιο παλαιές και σημαντικές αρχοντικές οικογένειες του νησιού· οι Βενετοί ευγενείς Ghisi (Γκίζι) ήταν από τις αρχές του 13ου αιώνα κυρίαρχοι, αυθέντες της Μυκόνου.

Στους αιώνες που μεσολάβησαν και μετά την οθωμανική κατάκτηση στα 1537, όταν πλέον απώλεσαν τα φεουδαλικού χαρακτήρα προνόμιά τους, μακρινοί τους απόγονοι εξακολουθούσαν να διαμένουν στις Κυκλάδες. Διατηρούσαν αξιόλογη περιουσία αλλά και το αξίωμα του προξένου της Γαλλίας και της Βενετίας που τους παρείχε δικαιώματα προστασίας απέναντι στην οθωμανική διοίκηση.

Ο ίδιος ο Γιαννάκης Γύζης είχε στην κατοχή του αρκετές σκάλες καλλιεργημένης γης, αμπέλια, χωράφια, υποστατικά στην εξοχή  και σπίτια στη Χώρα. Ο Τουρνεφόρ και οι συνοδοί του θα περιηγηθούν τα γύρω Κυκλαδονήσια και θα επιστρέψουν στη Μύκονο όπου θα περάσουν όλο το χειμώνα, έως τις αρχές Μαρτίου. Προνομιακός προορισμός των περιηγήσεων τους η γειτονική Δήλος, τόπος ξακουστός από την αρχαιότητα, τον οποίο και οι ίδιοι με αδημονία περίμεναν να γνωρίσουν.

Στη Μύκονο θα έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν τη χλωρίδα και την πανίδα του νησιού, αλλά και θα έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους, θα γνωρίσουν τα έθιμα και τις συνήθειές τους.

Το νησί σφύζει από ζωή

Οι 3.000 περίπου κάτοικοι είναι σχεδόν όλοι Έλληνες Ορθόδοξοι και λιγοστοί Καθολικοί, μακρινοί απόγονοι των Λατίνων, που είχαν κυριαρχήσει εδώ πριν πέντε σχεδόν αιώνες. Τούρκοι δεν έμεναν σε αυτό, πρόσφατα όμως μια ολιγοπρόσωπη μα δραστήρια μειονότητα Ευρωπαίων Χριστιανών από την ιταλική χερσόνησο, τις δαλματικές ακτές, τη Γαλλία, τη Μάλτα, είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Μύκονο, δίνοντας ένα κοσμοπολίτικο χρώμα στην τοπική κοινωνία. 

Αυτοί ήταν κυρίως ναυτικοί που αναζητούσαν την τύχη τους στην πειρατεία, στο κούρσος και στο εμπόριο λειών και σκλάβων, που πυροδότησε ο πόλεμος. Όλοι οι κάτοικοι ζουν στη Χώρα, που έχει αρχίσει να εκτείνεται ήδη προς την Αλευκάνδρα και τον Άγιο Νικόλαο του Γιαλού, έξω από το παλαιό παράκτιο Κάστρο που σχηματιζόταν κυρίως από τους ενισχυμένους εξωτερικούς τοίχους των εφαπτόμενων οικοδομών.

Οι κατοικίες

Οι κατοικίες είναι μικρού εμβαδού και μεγάλου ύψους –τουλάχιστον διώροφες– σε μια προσπάθεια να μη μείνει ανεκμετάλλευτη καμία σπιθαμή εδάφους. Η πυκνή δόμηση, οι στενοί δρόμοι προσπέλασης και επικοινωνίας, μια αίσθηση οικονομίας του χώρου, που επιτυγχάνεται χάρη σε έξυπνες και ιδιότυπες αρχιτεκτονικές λύσεις που είχαν εφαρμόσει οι κάτοικοι και οι ντόπιοι μάστορες, κυριαρχούν στον οικιστικό πυρήνα της Χώρας.

Παράλληλα, ο συνωστισμός πολλών ανθρώπων σε μια μικρή έκταση γης, η συμβίωση ανθρώπων και ζώων –συχνά χοίρων– στα ίδια οικοδομήματα, οι κακές συνθήκες υγιεινής, η απουσία δικτύων αποχέτευσης,ο ελλιπής εξαερισμός και φωτισμός πολλών χώρων των πυκνά δομημένων κατοικιών, δυσχεραίνουν την καθημερινή διαβίωση των ανθρώπων.

Το λιμάνι

Το λιμάνι έχει κίνηση, καθώς βρίσκουν εκεί καταφύγιο γαλλικά πλοία που ταξιδεύουν από τη Μασσαλία στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, όταν οι δυνατοί αέρηδες της περιοχής δεν τους επιτρέπουν να συνεχίσουν τη Ρότα τους. Είναι δεμένες όμως εκεί και αρκετές βάρκες και καΐκια του νησιού, που ασκούν το τοπικό εμπόριο με την Πελοπόννησο και τη Μικρά Ασία· μεταφέρουν κρασί, κυρίως από τα τοπικά αμπέλια, και τα λιγοστά ακόμη αγροτικά προϊόντα, όπως κριθάρι, σύκα, λίγες ελιές, που καλλιεργούνται στα άνυδρα εδάφη του.

Η διατροφή των ντόπιων συμπληρώνεται με χόρτα, άφθονο κυνήγι (ορτύκια, μπεκάτσες, λαγοί) και ωραίο μαλακό λευκό τυρί που παράγεται από τα πολυάριθμα αιγοπρόβατα στο βόρειο κυρίως μέρος του νησιού, στη γειτονική Δήλο και την ακατοίκητη νησίδα Ρήνεια.

Η έλλειψη καλλιεργήσιμης γης και νερού έχει στρέψει τους άνδρες του νησιού στη θάλασσα και μερικές εκατοντάδες από αυτούς είναι ναυτικοί, φημισμένοι για τη ναυτοσύνη τους σε όλο το Αιγαίο. Την απουσία των ανδρών αναπληρώνουν οι γυναίκες, που κυριαρχούν στην τοπική κοινωνία. Καταρχήν αριθμητικά· ο Τουρνεφόρ κάνει λόγο για αναλογία τεσσάρων γυναικών για κάθε άνδρα, μια πληροφορία που δημιούργησε αίσθηση, με αποτέλεσμα να την επαναλαμβάνουν πολλοί κατοπινοί ταξιδιώτες που έγραψαν τις εντυπώσεις τους.

Κατόπιν όμως, έντονη είναι η γυναικεία παρουσία και στην κοινωνική ζωή, αφού οι γυναίκες μετείχαν στη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, λάμβαναν ίση μοίρα στη γονική κληρονομιά, είχαν τον οικονομικό έλεγχο της προίκας τους, πωλούσαν και αγόραζαν ακίνητα, συνήπταν δάνεια και υπέγραφαν κάθε μορφής συμφωνίες.

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Πατήστε εδώ για να αφήσετε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Ο Καιρός στη Μύκονο