Αρχείο (2005-2011)

Παραμύθια της Μυκόνου

Την παρουσίαση του νέου του βιβλίου Λουδουβίκου Ρουσέλ, "Παραμύθια της Μυκόνου" παρουσίασε σήμερα το βράδυ στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων της ΔΕΠΠΑΜ ο πολύ αγαπητός μας Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς.
Σε μια κατάμεστη αίθουσα η κ.Δήμητρα Λοίζου-Βουλγαράκη, ο εκδότης του οίκου Ίνδικτος κ. Μανώλης Βελιτζανίδης και ο φιλολογικός επιμελητής του βιβλίου κος Παναγιώτης Κουσαθανάς παρουσίασαν το βιβλίο....>>

Την παρουσίαση του νέου του βιβλίου Λουδουβίκου Ρουσέλ, "Παραμύθια της Μυκόνου" παρουσίασε σήμερα το βράδυ στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων της ΔΕΠΠΑΜ ο πολύ αγαπητός μας Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς.
Σε μια κατάμεστη αίθουσα η κ.Δήμητρα Λοίζου-Βουλγαράκη, ο εκδότης του οίκου Ίνδικτος κ. Μανώλης Βελιτζανίδης και ο φιλολογικός επιμελητής του βιβλίου κος Παναγιώτης Κουσαθανάς παρουσίασαν το βιβλίο.
Την εκδήλωση άνοιξε ο Δήμαρχος Μυκόνου κος Χρήστος Βερώνης, ο οποίος αναφέρθηκε περιληπτικά στο μεγάλο έργο του Μυκονιάτη συγγραφέα και στην πολύτιμη συμβολή του στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας.
Ο κος Μανώλης Βελιτζανίδης μίλησε για τον πνευματικό άνθρωπο Παναγιώτη Κουσαθανά και για τον μοναχικό αγώνα που δίνει ο συγγραφέας στο να καταγράψει όλα αυτά που χάνονται μέσα στο χρόνο.
Την εκδήλωση παρακολούθησαν ο Δήμαρχος Μυκόνου κος Χρήστος Βερώνης, ο Πρόεδρος της ΔΕΠΠΑΜ κος Πάρις Κλωναρίδης, Δημοτικοί Σύμβουλοι και πολύς κόσμος των γραμμάτων και όχι μόνο.

Μια φορά ήτανε δύο αδρέφια, ο ένας φτωχός κι ο άλλος πλούσιος. Ο πτωχός είχε δυο κορίτσια. Πολύ φτωχός. Επη'ενε, λοιπό,στον Καμπάνη και του λέει :
– Αφεντικό, δε μου παίρνεις ένα γαιδουράκι να κουβαλώ φρύ'ανα,να βγάλω κανέμα ψωμί, γιατί έχω πολλή δυστυχία.
– Ναι, καημένε, να σ' το πάρω. 'Αμε στο Μπαλτά, να σ' τόνε δώσει.
Επήρενε το γαιδουράκι κι εκατέβη κάτω στη Χώρα. Του κάνει σέλα, το στρωματάκι της σέλας και τα σκοινάκια και το καλβακεύει και πάει όξω, στον Τούρλο μεριά, στον ʼι-Λια από κάτω.
Έκει, λοιπόν, τον ήπιασε βροχή και πάει σε απότοιχο και στέκεται ως ν'αποβρέξει. Έκει, λοιπόν, που 'στέκενε, βλέπ' έναβουνό ψηλό και βγαίνει όξω ένας δράκος και φωνάζει :
– Ίσκνιζε !
Και λοιπόν, σκίζει το βουνό και βγαίνουμε τριάντα εννιά δράκοικαι τραβούνε το ηλιόβγαρμα. Ευτός τ'ς βλέπει κι έκαβα'ζαρανε κάτω δεν εφαινόντανε. Τότε, πάει ο γέρος στο βουνό και λέει τρεις βολές : -'Ισκνιζε !
Σκίζει το βουνό και μπαίνει ο γέρος μέσα. Τι να διεί κάτω !
ʼ'θρωπινά κρέατα και πρόβεια, στη γωνιά, στο καντούκι ήτον ένα κελλάκι. Ο γέρος, περίεργος, λέει :
– Νά πάω θέλω, να διω τι έχει μέσα.
Πάει, λοιπόν, βλέπει φλουριά, μονέδες παλαιές. Πιάνει το 'σουβαλακί, βάνει μέχρ' στα μισά χρήματα και το βάνει στο νώμο του…..
 

Ο Καιρός στη Μύκονο